ἐξηγητικός

ἐξηγητικός
ἐξ-ηγητικός, ή, όν, erklärend, auslegend; τὰ ἐξηγητικά, Bücher um Erklären der Wunderzeichen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐξηγητικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξηγητικός — ή, ό (AM ἐξηγητικός, ή, όν) [εξηγητής] ερμηνευτικός, διασαφητικός («εξηγητικά σχόλια») αρχ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διήγηση …   Dictionary of Greek

  • εξηγητικός — ή, ό επίρρ. ά που χρησιμεύει για εξήγηση, επεξηγηματικός, διασαφητικός: Εξηγητικές σημειώσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξηγητικά — ἐξηγητικός of neut nom/voc/acc pl ἐξηγητικά̱ , ἐξηγητικός of fem nom/voc/acc dual ἐξηγητικά̱ , ἐξηγητικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικώτερον — ἐξηγητικός of adverbial comp ἐξηγητικός of masc acc comp sg ἐξηγητικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικῶν — ἐξηγητικός of fem gen pl ἐξηγητικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικόν — ἐξηγητικός of masc acc sg ἐξηγητικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικαί — ἐξηγητικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικοῖς — ἐξηγητικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικοί — ἐξηγητικός of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγητικοῦ — ἐξηγητικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”